Después de una ausencia larga llena de vacaciones y fiebres, vuelvo, a puntito de cumplir un año mecánico.

De “Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου” (“Los manuscritos del otoño”) de Tasos Livaditis, uno de los libros recién llegados a casa:

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ένα πουλί κάθησε πάνω στα κάγκελα του κήπου, κάτι είπε στην κοπέλα της βεράντας, αλλά εκείνη δεν άκουσε. Βούιξε ο κόσμος από τα τζιτζίκια.
Και τότε σκέφτηκα πως αυτή τη στιγμή θα τη θυμηθώ κάποτε, ύστερα από χρόνια, και θα κλάψω απαρηγόρητος.

VERANO

Un pájaro se posó sobre la verja del jardín, algo dijo a la chica del balcón, pero ella no lo oyó. Zumbaba el mundo a causa de las chicharras.
Y entonces pensé que aquel momento lo recordaría alguna vez, después de años, y lloraría inconsolable.

ΝΕΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Αγαπούσε μια κοπέλα που έμενε στην Ξάνθη. Δεν τον άφηναν να πάει. Άπλωσε κι αυτός το αντίσκηνό του σ’ένα ερημικό δέντρο κι έγραψε πάνω με κιμωλία: Ξάνθη.

Τι ματαιότης οι αποστάσεις!

NUEVA GEOGRAFÍA

Quería a una muchacha que vivía en Xanci. No le dejaban ir. Así que montó su tienda de campaña bajo un árbol solitario y escribió encima con tiza: Xanci.

¡Qué vanas las distancias!

Anuncios