Una canción de Θανάσης Παπακωνσταντίνου (“Zanasis Papakonstantinu”):

Στυλίτης

Πάνω στα λυτά σου τα μαλλιά
φωλιάζουν λαμπυρίδες
Πάνω στα λυτά μαλλιά
αχ, την αγάπη μου είδες

Είδες το γέλιο τ’ ουρανού
του γερακιού το ράμφος
Είδες το πρώτο πέταγμα
της αφορμής το άνθος

Πάνω στο λευκό σου το λαιμό
πέφτει πυκνό το χιόνι
Πάνω στο λευκό λαιμό
χέρι ζεστό ζυγώνει

Φέρνει τα πέντε δάχτυλα
φέρνει τα δέκα χάδια
φέρνει και σώμα δύστροπο
πού ‘μαθε στα σκοτάδια

Πάνω στα ματόκλαδά σου ζει
στυλίτης ξεχασμένος
Πάνω στα ματόκλαδα
Εσύ είσαι ανεβασμένος

Παίζεις λαούτο με φτερό
κι εγώ τα μάτια κλείνω
γλιστράς από τα βλέφαρα
και στην καρδιά σ’ αφήνω

La traducción no me ha dejado del todo satisfecha, pero creo que se puede captar el sentido:

Estilita*

Sobre tu pelo suelto
anidan luciérnagas.
Sobre el pelo suelto,
ay, viste mi amor.

Viste la risa del cielo,
el pico del halcón.
Viste el primer vuelo,
la flor del pretexto.

Sobre tu cuello blanco
cae espesa la nieve.
Al cuello blanco
una mano caliente se acerca.

Trae los cinco dedos,
trae las diez caricias,
trae también un cuerpo quisquilloso
que aprendió en las sombras.

Sobre tus pestañas vive
un estilita olvidado.
Encima de las pestañas
estás tú subido.

Tocas el laúd con una pluma
y yo cierro los ojos,
resbalas de los párpados
y te dejo en el corazón.

* estilita.
(Del gr. στυλίτης).
1. adj. Dicho de un anacoreta: Que por mayor austeridad vivía sobre una columna. U. t. c. s.

Anuncios